Μετά την εργασία, μεσαίωνας και στην ανώτατη εκπαίδευση

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια στη δημόσια παιδεία, και ιδιαίτερα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, επιχειρείται, με «βαρύ πυροβολικό» το μνημόνιο, η ολοκλήρωση μιας άκρως αντιδραστικής αναδιάρθρωσης: κύρια χαρακτηριστικά της η υποβάθμιση, η εμπορευματοποίηση, η ιδιωτικοποίηση και η συρρίκνωση της, αλλά και μια ακραία αντιδημοκρατική οπισθοδρόμηση.

Ο πρωτοφανής σε διάρκεια, μαζικότητα, συλλογικότητα και αποφασιστικότητα αγώνας του διοικητικού προσωπικού αποκάλυψε τον εκφυλισμό και τη διάλυση που επιβάλλονται στην ανώτατη εκπαίδευση, τον κυνισμό και τη βαρβαρότητα της πολιτικής που ασκείται. Ανέδειξε όμως και τα όρια των δυνάμεων που υπερασπίζονται το δημόσιο πανεπιστήμιο για τη διεξαγωγή ή και τη στήριξη ενός αγώνα τόσο αποφασιστικής σημασίας για την επιβίωση του. Η αντιμεταρρύθμιση ξεκίνησε με τη διεύρυνση - γενίκευση της «αγοράς υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» και την «απελευθέρωσή» της, ένα πεδίο πολύ υψηλής κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά και με την πλήρη προσαρμογή της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις «νέες» απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, όπως τις σχεδιάζουν τα διεθνή επιτελεία - ΟΟΣΑ, Διεθνής Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.
 
Την πολιτική αυτή υιοθέτησε η EE με τη γνωστή συνθήκη της Μπολόνιας και τις διαδοχικές εξειδικεύσεις της, η οποία προβλέπει τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ), με τους τρεις κύκλους σπουδών, και του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (ΕΧΕ) - πολιτική που επιβάλλει μέσω της στοχευμένης χρηματοδότησης και των ρυθμίσεων στα ζητήματα της εργασίας (αφού η παιδεία παραμένει τυπικά θέμα εθνικής πολιτικής).
 
Βασικοί στόχοι αυτής της πολιτικής είναι:
 
Πρώτο, περιορισμός της δημόσιας χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, της οικονομικής «αυτοτέλειάς» τους, δηλαδή η κατάργηση του δωρεάν χαρακτήρα τους.
 
Δεύτερον, η μετατροπή των πανεπιστημιακών σπουδών από σπουδές σε συγκεκριμένες επιστήμες σε μια κατάρτιση για την απόκτηση δεξιοτήτων, χωρίς στέρεο επιστημονικό υπόβαθρο, ώστε οι απόφοιτοι να είναι «απασχολήσιμοι».
 
Τρίτον, η ενοποίηση όλων των μορφών μεταλυκειακής εκπαίδευσης τυπικής άτυπης ή και επαγγελματικής εμπειρίας με την τυποποίηση τους, μέσω του συστήματος των πιστωτικών μονάδων, αλλά και την πιστοποίηση τους και το σήμα ποιότητας μέσω της αξιολόγησης.
 
Τέλος, η καθιέρωση του Εθνικού (και Ευρωπαϊκού) Πλαισίου Προσόντων, στο οποίο θα καταλήγουν, μέσα από ατομικές διαδρομές, οι μελλοντικοί εργαζόμενοι για να αντιμετωπίσουν τον εργασιακό μεσαίωνα. Οι ρυθμίσεις αυτές ουσιαστικά καταργούν τα ενιαία πτυχία και τα όποια, αντίστοιχα σε αυτά, συλλογικά δικαιώματα.
 
Μέσα σε μια απίστευτης έκτασης προπαγάνδα για την «κοινωνία της γνώσης» θεσμοθετεί­ται και επιθετικά επι­βάλλεται η ημιμάθεια της απόκτησης «δε­ξιοτήτων».
 
Πρόκειται για ένα επιχειρησιακό σχέδιο γε­νικευμένης υποβάθμισης των γνωστικών εφοδίων των νέων, προσαρμοσμένο σης συνθήκες του εργασιακού μεσαίωνα που έχει επιβληθεί από το μεγάλο κεφάλαιο.
 
Στη χώρα μας οι πρώτες προσπάθειες επι­βολής του συστήματος Μπολόνια (κυβέρ­νηση ΠΑΣΟΚ, υπουργός Π. Ευθυμίου) συνάντησαν την αντίσταση του πανεπιστη­μιακού κινήματος, που περιόρισε ης κα­ταστροφικές συνέπειες του, αλλά και κα­θυστέρησε βασικές ρυθμίσεις του (π.χ. αξιολόγηση). Ακολούθησε (κυβέρνηση ΝΔ, υπουργός Μ. Γιαννάκου) η προσπά­θεια αναθεώρησης του άρθρου 16, για να απαλλαγούν οι «εκσυγχρονιστές» από το συνταγματικό «εμπόδιο» στη λειτουργία αμιγώς ιδιωτικών πανεπιστημίων, κάτι το οποίο οι μαχόμενες δυνάμεις της παιδείας απέτρεψαν.
 
Την «παράκαμψη» αυτής της αδυναμίας τους κατάφεραν εν μέρει με τη νομιμοποίηση των κολεγίων, σαν πρώτο βήμα, και στη συνέχεια, με την πρόσφατη αναγνώριση πλήρους ισοτιμίας τους με τα δημόσια πανεπιστήμια - που εμφανίστη­κε ως μνημονιακός όρος και ψηφίστηκε από την τριμερή κυβέρνηση με Πράξη Νο­μοθετικού Περιεχομένου. Μια πράξη που ισοπεδώνει και υποβαθμίζει τα τετραετούς και πενταετούς διάρκειας πτυχία των δη­μόσιων πανεπιστημίων. Για την εκχώρη­ση αυτή ασκήθηκαν ισχυρότατες πιέσεις τόσο από ης πρεσβείες των χωρών με κο­λέγια ή παραρτήματα πανεπιστημίων τους στη χώρα μας όσο και από ομάδες εγχώ­ριων επιχειρηματιών.
 
Όλα αυτά όμως θεωρήθηκαν «άτολμες» παρεμβάσεις και γι' αυτό, με την επόμενη άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, στο πλαίσιο των μνημονίων της γενικής κα­τεδάφισης και εκποίησης, Γ. Παπανδρέ­ου και Α. Διαμαντοπούλου «τόλμησαν»: νομοθέτησαν την «αλλαγή του DNA της ανώτατης εκπαίδευσης»! Παράλληλα με αυτές τις θεσμικές επι­θέσεις, ασκείται ο οικονομικός στραγγα­λισμός των ιδρυμάτων, που την περίοδο των μνημονίων πήρε δραματικές διαστά­σεις. Επίσης, επιβάλλεται η εργασιακή και μισθολογική υποβάθμιση διδασκόντων και διοικητικού προσωπικού, η δραμα­τική μείωση του με την κατάργηση νέων προσλήψεων και το μη διορισμό εκλεγμέ­νων μελών ΔΕΠ, η ουσιαστική κατάργη­ση των συμβασιούχων διδασκόντων του ΠΔ 407/80, και τώρα η διαθεσιμότητα και οι απολύσεις, αρχής γενομένης με το δι­οικητικό προσωπικό. Με το σχέδιο «Αθη­νά» και την αυθαίρετη κατάργηση/συγχώνευση ιδρυμάτων, σχολών, τμημάτων έγι­νε το πρώτο βήμα για τη μνημονιακή συρ­ρίκνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά 30%.
 
Επίσης, στο πλαίσιο αυτής της μνημονιακής πολιτικής, επιβλήθηκε το «κούρεμα» των αποθεματικών των ιδρυμάτων, για να «συμβάλλουν» (μαζί με τα ταμεία και τα νοσοκομεία) στο PSI. Στη συνέχεια, επέ­βαλαν την παράδοση της ακίνητης περι­ουσίας των ιδρυμάτων στο ΤΑΙΠΕΔ. Η μνημονιακή εξόντωση της δημόσιας τρι­τοβάθμιας εκπαίδευσης συνεχίστηκε με τη συμμετοχή των ιδρυμάτων στην «ανακεφαλαιοποίηση» των τραπεζών! Έτσι, πρόθυ­μες διοικήσεις υπακούοντας, σχεδόν χω­ρίς δημοσιοποίηση, «συνεισέφεραν» ακό­μη και με τα κληροδοτήματα, που σε ορι­σμένα, ιδιαίτερα στα μεγάλα ιστορικά ιδρύ­ματα, είναι πολύ σημαντικά περιουσιακά στοιχεία.
 
Η υποβάθμιση των δημόσιων ιδρυμάτων είναι ορατή στην καθημερινή λειτουργία τους. Στις προτεραιότητες των διοικήσε­ων είναι πλέον και το «κούρεμα» των προ­γραμμάτων σπουδών, με κατάργηση μαθη­μάτων και εργαστηρίων για να αντιμετωπι­στεί η έλλειψη διδασκόντων και πόρων. Η επέκταση των διδάκτρων από τις μεταπτυ­χιακές και στις προπτυχιακές σπουδές θα φαίνεται πλέον σαν «αναγκαία» διέξοδος.
 
Έτσι, με τη συνενοχή-σύμπραξη των δι­οικήσεων, πρυτανικών και Συμβουλίου Ιδρύματος, επιβάλλεται συστηματικά η επόμενη φάση, ένα σχέδιο τύπου «Αθη­νά» το οποίο θα επισφραγίσει την εξαθλί­ωση και θα ορίσει «ρεαλιστικά» τον νέο χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με τη μετάλλαξη της φυσιογνωμίας και του κοινωνικού της ρόλου και με σοβαρή μεί­ωση των φοιτητών αλλά και νέες μαζικές απολύσεις προσωπικού.
 
Αν αυτές οι εξελίξεις δεν αποτραπούν, τα «ισότιμα» πλέον κολέγια θα μπορούν να εμφανίζονται «ανταγωνιστικά» απέναντι στα δημόσια πανεπιστήμια, αφού θα τους έχει προσφερθεί απλόχερα «πελατεία» από τους δεκάδες χιλιάδες αποκλεισμένους από το δημόσιο πανεπιστημιακό σύστημα.
Για να εδραιωθεί όμως η πλήρης μετάλ­λαξη του δημόσιου πανεπιστημίου έπρε­πε να επιβάλλουν την πειθάρχηση και τη φίμωση των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Γι' αυτό, με τους νόμους Δια­μαντοπούλου και Αρβανιτόπουλου, κα­ταργούν τη δημοκρατική αυτοδιοίκηση με τα συλλογικά όργανα και τις δυνατό­τητες εποπτείας και παρέμβασης και επι­βάλλουν μια νέα διοίκηση, ολιγομελή, με συμμετοχή παραγόντων εκτός πανεπιστη­μίου (Συμβούλιο Ιδρύματος, ΣΙ), αυταρ­χική και ουσιαστικά ανεξέλεγκτη, με λει­τουργία πλήρους αδιαφάνειας, όπως σε μια ανώνυμη εταιρεία Συγχρόνως, με το στραγγαλισμό της δημο­κρατίας στα συλλογικά όργανα διοίκησης και την πλήρη κατάργηση του πανεπιστη­μιακού ασύλου -βασικού «γονιδίου» του DNA της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευ­σης- συντελείται η μεγάλη αντιδημοκρα­τική οπισθοδρόμηση του δημόσιου πανε­πιστημίου.
 
Είναι πλέον συνήθη φαινόμενα η εισβολή των ΜΑΤ, οι εισαγγελικές επεμ­βάσεις και οι διώξεις ύστερα από παρέμ­βαση του υπουργού ή και αυτεπάγγελτα, τα πειθαρχικά, η κλήση των απεργών στη ΓΑΔΑ, η κυκλοφορία αστυνομικών με ή χωρίς στολή μέσα στους χώρους των υπη­ρεσιών του ΕΚΠΑ (για να «εποπτεύεται» η λειτουργία και να αποκρούονται οι απερ­γοί διοικητικοί), η ποινικοποίηση της συν­δικαλιστικής δράσης, κ.ά
 
Πριν ωστόσο από τα μνημόνια, στη μετάλ­λαξη -ιδιωτικοποίηση, εμπορευματοποίη­ση- και την υποβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν συμβάλει επιλογές με­γαλύτερης διάρκειας.
 
Ενδεικτικά:
 
Πρώτον, η σταδιακή ιδιωτικοποίηση σημα­ντικών λειτουργιών των ιδρυμάτων (όπως καθαριότητα, φύλαξη, αλλά και μέρος της διοικητικής λειτουργίας, σίτιση φοιτητών αλλά και στέγαση σε ορισμένες περιπτώ­σεις) με την παράδοση τους σε εργολά­βους που εφαρμόζουν κανόνες μαύρης, στυγνής εκμετάλλευσης στους εργαζόμε­νους τους (βλ. τα αποκαλυπτικά γεγονό­τα στο ΑΠΘ).
 
Δεύτερον, η μεθοδευμένη κατάργηση της δημόσιας χρηματοδότησης για υποδομές (υπολογιστές, δίκτυα, κτήρια) και εξοπλι­σμό εκπαιδευτικό και ερευνητικό. Μετά την ουσιαστική κατάργηση των κονδυλί­ων από ης «δημόσιες επενδύσεις», που αποτελούσαν την κύρια πηγή χρηματο­δότησης για υποδομές και εξοπλισμό, τα ιδρύματα οδηγήθηκαν στην ένταξη αυτών των δαπανών σε ευρωπαϊκά προγράμμα­τα χρηματοδότησης (ΚΠΣ, ΕΣΠΑ), με­τά τη λήξη των οποίων δεν υπάρχει πλέ­ον ουσιαστικά κρατική χρηματοδότηση.
 
Τρίτον, η απόσπαση, μέσω «πιλοτικών δράσεων» των ευρωπαϊκών προγραμ­μάτων χρηματοδότησης, από τα πανεπι­στήμια και το προσωπικό τους του επιτελικού μέρους βασικών λειτουργιών, όπως είναι τα ηλεκτρονικά δίκτυα (βλ. ΕΔΕΤ ΑΕ για τη διαχείριση του Εθνικού Δικτύ­ου Έρευνας και Τεχνολογίας και αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Ακαδημαϊκό Διαδίκτυο, GUnet), αλλά και η Κοινοπραξία Πανεπιστημιακών Βι­βλιοθηκών: οι φορείς αυτοί αντιμετωπί­ζουν πλέον τα ιδρύματα που εκπροσω­πούν σαν «πελάτες».
 
Τέταρτον, η «απόσπαση» σημαντικού μέ­ρους της ερευνητικής δραστηριότητας, σε αρκετά ιδρύματα, από τα Ερευνητικά Πα­νεπιστημιακά Ινστιτούτα (ΕΠΙ), που λει­τουργούν σαν επιχειρήσεις.
 
Πέμπτον, η διείσδυση μέσα στα ιδρύματα της αγοραίας αντίληψης με την ανταγωνι­στικότητα, τη βιωσιμότητα, τον κατατεμα­χισμό βασικών ακαδημαϊκών λειτουργιών σε επιμέρους δράσεις και «παραδοτέα πα­κέτα», τις «υπεργολαβίες». Κάτι που επι­βλήθηκε μέσα από τη διεκδίκηση και δια­χείριση της σημαντικής ευρωπαϊκής χρη­ματοδότησης για την «αναμόρφωση» των προγραμμάτων σπουδών και για τη μαζική ίδρυση μεταπτυχιακών σπουδών τύ­που Μπολόνια.
 
Έκτον, η εδραίωση του εmxειpnματικoύ πανεπιστημίου και η μετάλλαξη των ακα­δημαϊκών σχέσεων σε σχέσεις ανταποδο­τικές και οικονομικές, μέσα από τη διεκ­δίκηση και τη διαχείριση της ευρωπαϊκής (μοναδικής σχεδόν πηγής) χρηματοδότη­σης για την επιστημονική έρευνα. Σχέσεις οι οποίες ανέδειξαν ισχυρές ολιγομελείς ομάδες, που σε διαπλοκή με την εκάστοτε πολιτική εξουσία και τη διοίκηση διαδρα­ματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία των ιδρυμάτων.
 
Έβδομον, η σύμπραξη με ιδιωτικές επιχει­ρήσεις και η προσαρμογή μεγάλου μέρους της πανεπιστημιακής ερευνητικής δραστη­ριότητας στις απαιτήσεις των μεγάλων, ευ­ρωπαϊκών κυρίως, επιχειρήσεων - συνθή­κες που επέβαλε η ευρωπαϊκή χρηματο­δότηση. Μια συνέπεια αυτής της πολιτικής είναι η περιθωριοποίηση των κοινω­νικών και ανθρωπιστικών επιστημών και κάθε ερευνητικού πεδίου μη «επιλέξιμου» από τους χρηματοδότες.
 
Περιθωριοποίηση του δημόσιου πανεπιστημιακού συστήματος
 
Η δραματική μείωση του δι­οικητικού προσωπικού στα οκτώ μεγάλα πανεπιστήμια -ιδιαίτερα όμως στα δύο ιστορικά ΕΚΠΑ και ΕΜΠ, στα οποία η μείωση φτάνει στο 50%, απα­γορεύοντας αποδεδειγμένα την ομαλή λει­τουργία τους- αλλά και ο βίαιος τρόπος με τον οποίο αυτή επιβλήθηκε, όπως επίσης κι η μέθοδος αντιμετώπισης των αντιδρά­σεων (διώξεις, πειθαρχικά, ασφάλεια, νό­μοι τιμωρητικοί των απεργών) τεκμηριώ­νουν το γεγονός πως η κυβέρνηση έδρα­σε στοχευμένα για να τα πλήξει ακόμη mo δραστικά και να τα οδηγήσει στη σίγουρη υποβάθμιση και συρρίκνωση τους.
 
Φαίνεται πλέον καθαρά ότι η εθελόδουλη κυβέρνηση, μαζί με την «κινεζοποίηση» της εργασίας και τη μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο, προωθεί και την αντίστοιχη υποβάθμιση και συρρίκνωση του δημόσιου πανεπιστημιακού συστήματος. Ένα πλήγ­μα που, αν δεν αποτραπεί εγκαίρως, θα έχει σαν συνέπεια την αδυναμία αναπαραγωγής του επιστημονικού δυναμικού της χώρας.
 
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες:
 
Οι φοιτητές ωθούνται «να κοιτάνε μόνο τη δουλειά τους» για να τελειώνουν γρήγορα τις σπουδές τους, κάτω από την απειλή της απαξίωσης των πτυχίων, της κατάργησης κάθε συλλογικού επαγγελματικού δικαιώ­ματος, της τεράστιας ανεργίας, της έτερο/ υποαπασχόλησης, της μετανάστευσης και της έναρξης εκκαθαρίσεων στους καταλό­γους των τμημάτων (διαγραφές). Η κριτική σκέψη, η αμφισβήτηση, η συλλογική διεκ­δίκηση και η εκδήλωση κοινωνικής ευαι­σθησίας όχι μόνο δεν ευνοούνται, αλλά ευ­ρύτατα δυσφημούνται και όχι σπάνια πλέ­ον πμωρούνται ή διώκονται.
 
Οι πανεπιστημιακοί υφίστανται εργασια­κή και μισθολογική εξαθλίωση, αντιμετωπίζουν τη ραγδαία ερήμωση από διδακτικό προσωπικό, με περιορισμό έως κατάργηση συνεργατών-νέων ερευνητών/μεταπτυχιακών φοιτητών, στερούνται τις δυνατότητες παρέμβασης, εποπτείας, ελέγχου άμε­σα ή μέσω εκπροσώπων. Είναι δε αντιμέτωποι με μια ανεξέλεγκτη διοίκηση που δρα σχεδόν εν κρυπτώ σε πλήρη αδιαφάνεια,
από την οποία τελικά θα εξαρτάται η διδασκα­λία τους, η έρευνα και η χρηματοδότηση της, οι όροι εξέλιξης τους, η μισθολογική και εργασια­κή τους κατάσταση. Κι όλα αυτά με τον κίνδυνο της απόλυσης, είτε μέσω μιας επιλεκτικής πει­θαρχικής δίωξης, είτε λόγω της κατάργησης -συγχώνευσης του τμήματος τους και του ενδε­χόμενου να υπαχθούν στο «πλεονάζον προσω­πικό».
 
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι πανε­πιστημιακοί ωθούνται στην αναζήτηση ατομι­κών διαδρομών σε έναν αγώνα «όλοι εναντίον όλων», που σε καιρούς γενικευμένης κρίσης γί­νεται «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ίδια κατάστα­ση επικρατεί και σης άλλες κατηγορίες προσω­πικού, ΕΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ.
 
Η πλειονότητα των πρυτανικών αρχών συχνά ανταγωνίζεται τα Συμβούλια Ιδρύματος, παρά ης αναθέσεις τους, στο ποιος θα αποδειχθεί mo αποτελεσματικός στην εφαρμογή των όρων που επιβάλει το υπουργείο.
 
Ακόμη και σήμερα, που η κυβέρνηση στερεί από τα ιδρύματα τους ένα καθοριστικής σημασίας για τη λειτουργία τους μέρος του διοικητικού προσωπικού, επιμένουν να τα λειτουργήσουν, επιχειρώντας να ξεπερά­σουν την εξαθλίωση με επικλήσεις στον «πατριωτισμό» του προσωπικού, ακόμη και των απολυμένων), για το «καλό των φοιτητών», για τη «διάσωση του εξαμήνου» κ.α. Έτσι όμως δίνουν επιχειρήματα στην κυβερνητική προπαγάνδα.
 
Οι εκατοντάδες πανεπιστημιακοί που σε διαρ­κή διαπλοκή με το πολιτικό και οικονομικό σύ­στημα μοιράστηκαν ρόλους πρωθυπουργού, υπουργού, υφυπουργού, γενικού γραμματέα, στελέχους της διοίκησης δημόσιων επιχειρήσε­ων, τραπεζίτη, κλπ., απολαμβάνοντας τα οφέλη, απτόητοι συνεχίζουν το «έργο» τους στελεχώ­νοντας το καθεστώς των μνημονίων, της υποτέ­λειας, συμπράττοντας στο ξεπούλημα της δημό­σιας περιουσίας, στην εργασιακή και κοινωνι­κή βαρβαρότητα και στη μαζική μετανάστευση των νέων (που την χαρακτηρίζουν ευκαιρία!).
 
Οι ομάδες των «εκσυγχρονιστών» διαφόρων αποχρώσεων, «δικαιωμένοι» πλέον για την επιβολή της «μεταρρύθμισης» (έστω «ανεπαρ­κούς», όπως πολλοί τη θεωρούν), αξιοποιούν ης σχέσεις διαπλοκής σης οποίες διαπρέπουν για να αναρριχηθούν σε θέσεις κλειδιά μέσα στα πανεπιστήμια (ΣΙ κ.α.) και να συμμετέχουν σε πόστα από τη νομή των ρόλων στη δημό­σια διοίκηση.
 
Υπάρχει δυστυχώς και η μη αμελητέα κατηγο­ρία πανεπιστημιακών που, ότι και να συμβαίνει γύρω τους, ακόμη κι αν κατεδαφίζεται το δημό­σιο πανεπιστήμιο, «κοιτάνε τη δουλειά τους».
 
Το διοικητικό προσωπικό, που δέχτηκε το πρώ­το μεγάλο πλήγμα, αντέδρασε με τον μεγαλει­ώδη αγώνα του. Υπερασπίστηκε την εργασία, τη ζωή και την αξιοπρέπεια του, αλλά και την επιβίωση του ίδιου του δημόσιου πανεπιστη­μίου. Μια ομάδα εργαζομένων που, ξεπερνώ­ντας τεράστιες δυσκολίες, κατάκτησε τη συλλο­γική δράση, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και εκτί­μηση μεταξύ των μελών του. Συλλογική δρά­ση που διασφαλίζει δύναμη, αποφασιστικότητα και το θάρρος για ένα παρατεταμένο αγώνα Οι απεργοί κατάφεραν να αναδείξουν την έκτα­ση και ης ολέθριες συνέπειες που θα έχουν στη λειτουργία των πανεπιστημίων η διαθεσιμότη­τα και οι απολύσεις. Κατάφεραν να γίνει σεβα­στός ο απεργιακός αγώνας τους από υπουργό ο οποίος δήλωνε αλαζονικά ότι «δεν συνομι­λεί με απεργούς», υποχρεώνοντας τον να ανα­ζητά λύσεις που να μην αποκλείουν κανέναν εργαζόμενο.
 
Οι μαχόμενες δυνάμεις της τριτοβάθμιας εκπαί­δευσης, πανεπιστημιακοί, φοιτητές, εργαζόμε­νοι αντιπαρατέθηκαν και, μέσα στο προηγούμε­νο καθεστώς λειτουργίας, ξεπερνώντας την τεράστια δυσφήμιση, ης απειλές και ης διώξεις, πέτυχαν να ορθώσουν αναχώματα στη λαίλα­πα της κατεδάφισης.
 
Σήμερα όμως, μέσα στη νέα πραγματικότητα που υπονομεύει και διώ­κει βίαια κάθε συλλογική προσπάθεια αντίστα­σης, έχουν να ξεπεράσουν σημαντικές δυσκο­λίες, αξιοποιώντας τη θετική εμπειρία από τον μεγάλο αγώνα του διοικητικού προσωπικού και να εμπλουτίσουν τον αγώνα τους και με νέες μορφές δράσης κατάλληλες για ης πολύ αντί­ξοες νέες συνθήκες.
 
Μέσα σης συνθήκες αυ­τού του γενικευμένου κοινωνικού πολέμου ο αγώνας απαιτεί καθαρές θέσεις και την ευρύ­τερη δυνατή συστράτευση. Αν δεν υπάρξει συντονισμένη αντίδραση των μαχόμενων δυνάμεων της τριτοβάθμιας εκπαί­δευσης με το συνολικό κίνημα των εργαζομέ­νων, το δημόσιο δωρεάν πανεπιστήμιο θα μείνει μια ανάμνηση, όπως η δημόσια υγεία, η ασφά­λιση, το οκτάωρο, τα συλλογικά εργασιακά δι­καιώματα.
Τώρα πια είναι ή εμείς ή αυτοί!
 
ΠΡΙΝ, ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013