η ΑΕΠ για το Ενεργειακό Ζήτημα

Στο παρόν κείμενο, προσπαθούμε να  αναδείξουμε τις παραδοξότητες και τα αδιέξοδα που συγκροτούν τη σημερινή κατάσταση στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Έχουν παρέλθει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από την έναρξη της ιδεολογικής επέλασης του νεοφιλελευθερισμού παγκοσμίως. Επέλαση που συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση μέχρι και σήμερα σε συντονισμό με τη βαθιά κρίση του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος συσσώρευσης. Η γενίκευση της εμπορευματοποίησης και η παντοκρατόρια των αγορών είναι τα λάβαρα του καπιταλισμού για τον 21ο αιώνα. Θύματα των πολιτικών αυτών είναι τα δημόσια κοινωνικά αγαθά όπως για παράδειγμα ο τομέας της ενέργειας. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις παραδοξότητες και τα αδιέξοδα που συγκροτούν τη σημερινή κατάσταση στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

 

Τα ενεργειακά προϊόντα αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις αγαθών στο βαθμό που πιθανή έλλειψη τους αποδιοργανώνει τους τομείς της παραγωγής αλλά και της αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής. Αυξήσεις στις τιμές τους επηρρεάζουν σημαντικά τις τιμές των βιομηχανικών και αγροτικών προϊοντών. Οι ιδιαιτερότητες στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας πολλαπλασιάζονται αν ληφθεί υπόψη τόσο η απουσία ανταγωνιστικών τεχνολογιών αποθήκευσης – εξαιρώντας μερικώς τις αντλητικές μονάδες, όσο και το φυσικό μονοπώλιο της μεταφοράς της και του φυσικούς νόμους που τη διέπουν1.

 

Διαφαίνεται οτι η νεοφιλελεύθερη επιταγή για εφαρμογή του αγοραίου πλαισίου στον ηλεκτρενεργειακό τομέα ούτε εύκολη υπόθεση είναι και φυσικά ούτε χωρίς κινδύνους. Για το λόγο αυτό οι διαδικασίες της απελευθέρωσης είναι αυστηρά πολιτικά ελεγχόμενες. Όσα δε φτάνει το αόρατο χέρι της αγοράς τα φτάνει η κρατική ρύθμιση.

 

Στην Ελλάδα τα παραπάνω εξειδικεύονται με τη θέσπιση ενός θεσμικού πλαισίου χονδρεμπορικής αγοράς υπό τη μορφή προημερησίων δημοπρασιών. Θεωρητικά, η δημοπρασία καταλήγει στη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης τιμής για κάθε ώρα της επόμενης μέρας, που ονομάζεται Οριακή Τιμή Συστήματος και βάσει αυτής αποζημιώνονται οι παραγωγοί από τους καταναλωτές.

 

Ωστόσο σήμερα η λειτουργία της περιγραφόμενης διαδικασίας στηρίζεται σε μια σειρά « προσωρινών» εξαιρέσεων. Πρώτη εξαίρεση, η οποία εντάσσεται στις καθοδηγούμενες από την ΕΕ περιβαλλοντικές πολιτικές στήριξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η εκτός αγοράς αποζημίωση των παραγωγών ΑΠΕ με εγγυημένες τιμές ( Feed In Tariffs - FIT ). Η ενέργεια που παράγεται από ΑΠΕ απορροφάται κατά προτεραιότητα από το σύστημα και το ύψος των FITs καθορίζεται από το υπουργείο Περιβάλλοντος. Το κόστος των τεχνολογιών αυτών εώς και σήμερα δεν είναι ανταγωνιστικό των συμβατικών θερμοηλεκτρικών μονάδων και δεν αντανακλάται στα υφιστάμενα τιμολόγια. Αποτέλεσμα η αύξηση των ελλειμμάτων στους διαχειριστές και η ανάγκη κάλυψης του από τους καταναλώτες μέσω του ΕΤΜΕΑΡ( Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων). Σε πολλές περιπτώσεις ο βαθμός απόδοσης των επενδύσεων των ιδιωτών έχει διαμορφωθεί εξαιρετικά υψηλός συγκριτικά με παρόμοιες εναλλακτικές. Αποτέλεσμα η αισχροκέρδεια συγκεκριμένων ιδιωτών με κρατικό χρήμα εις βάρος των απλών καταναλωτών.

 

Δεύτερη εξαίρεση η πάγια αποζημίωση ανεξαρτήτως παραγωγής των θερμοηλεκτρικών μονάδων μέσω των Αποδεικτικών Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ). Δηλαδή ΔΕΗ και ιδιώτες επενδυτές πληρώνονται επειδή κομίζουν στην αγορά συγκεκριμένη ισχύ και μόνο. Αυτό συμβαίνει διακυρηκτικά ώστε να εξασφαλίζεται μέσομακροπρόθεσμα επάρκεια ισχύος για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα. Το ύψος της αποζημίωσης ρυθμίζεται τελικώς από το υπουργείο Περιβάλλοντος.

 

Τρίτη εξαίρεση η αξιοποίηση διατάξεων του Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής ενέργειας σχετικά με την τεχνικά ελάχιστη παραγωγή των θερμοηλεκτρικών μονάδων. Οι διάφοροι τύποι θερμοηλεκτρικών μονάδων (λιγνιτικές, φυσικού αερίου συνδυασμένου ή ανοικτού κύκλου) υπόκεινται σε μια σειρά τεχνικών περιορισμών λειτουργίας. Ένας βασικός αφορά στο γεγονός ότι οι μονάδες έχουν ένα κατώφλι δυνητικής παραγωγής που συνήθως βρίσκεται ανάμεσα στο 25-50% της συνολικής τους ισχύος. Στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας βρίσκονται διατάξεις που δίνουν τη δυνατότητα στους παραγωγούς να προσφέρουν ενέργεια εώς και το επίπεδο των τεχνικών ελαχιστών κάτω του πραγματικού κόστους. Κι αν αυτό δεν φαίνεται παράλογο εκ πρώτης όψεως όταν συνδυαστεί με την τέταρτη εξαίρεση το Μηχανισμό Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους ( ΜΑΜΚ ) τότε διαμορφώνει μια συνθήκη τουλάχιστον εξοργιστική. Ο ΜΑΜΚ αφορά σε προσωρινή διάταξη και εφαρμόζεται με τροποποιήσεις την τελευταία εξαετία. Ουσιαστικά αποτελεί εχέγγυο ότι οι ιδιώτες παραγωγοί θα αποζημιώνονται για τις τις ώρες λειτουργίας του με ένα περιθώριο 10% του πραγματικού μεταβλητού τους κόστους, με άλλα λόγια εγγυημένη τιμή για εγγυημένη παραγωγή ανεξάρτητα από τη διαμόρφωση της ΟΤΣ.

 

Είναι βέβαιο ότι η παραδοξότητα και η προσωρινότητα των παραπάνω εξαιρέσεων θα οδηγήσει κάποια στιγμή στην τροποποίηση τους. Ωστόσο ως ρυθμισείς καθιστούν προφανές ότι το αγοραίο πλαίσιο στηρίζεται πολιτικά με νύχια και με δόντια παρά το γεγονός ότι δε έχει μέχρι σήμερα αποδόσει κάνενα πρόσθετο όφελος. Ούτε η τιμη για τα φτωχά λαϊκά στρώματα έχει φθηνύνει, αντίθετα έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια με τις διαδοχικες ρυθμιζόμενες αυξήσεις του τιμολογίου της ΔΕΗ. Μάλιστα, ήδη από τον Ιούλιο του 2013 τα τιμολόγια λιανικής έχουν θεωρητικά απελευθερωθεί2 που σημαίνει προοπτικά νέες αυξήσεις από το 2014. Οι τελικές τιμές στον καταναλωτή θα επιβαρύνθουν επιπρόσθετα εξαιτίας της αποζημίωσης των θερμοηλεκτρικών μονάδων για τις παραγόμενες εκπομπές CO2. Η αγορά δικαιωμάτων CO2 αποτελεί επίσης μια πολιτικά ελεγχόμενη αγορά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή τη στιγμή η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης και οι αντιφάσεις που προκαλούνται από την ανισομερή και διαφοροποιημένη αύξηση του ενεργειακού κόστους για τις μεγάλες βιομηχανίες παγκοσμίως επιβάλλει την ελεγχόμενη κατάρρευση των τιμών δικαιωμάτων CO2 στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά αποτελεί έναν εγγενή παράγοντα αύξησης της αβεβαιότητας σχετικά με την εξέλιξη του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ, με σημαντικές επιπτώσεις στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής, στην εγχώρια βιομηχανία και στα νοικοκυριά. Όψη της συνολικής συνθήκης αποτελεί και η πρόσφατη κόντρα μεταξύ ΔΕΗ και του ομίλου Μυτηλιναίου σχετικά με την τιμή πρόσβασης στο ενεργοβόρο εργοστάσιο της Αλουμίνιον.

 

Εν κατακλείδι η έκρηξη των αντιφάσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας θα επιχειρηθεί να καταπολεμηθεί με περισσότερο νεοφιλελευθερισμό, περισσότερη αγορά, περισσότερο ανταγωνισμό και ιδιωτικοποιήσεις. Θα μιλήσουν για στρεβλώσεις, για δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ, θα απαιτήσουν την ιδιωτικοποίηση μέρους της λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής. Παρόλα αυτά το μόνο που θα καταφέρει ο ανταγωνισμός στην ηλεκτρική αγορά είναι η μείωση του μισθολογικού κόστους τόσο στη ΔΕΗ όσο και στους ανεξάρτητους παραγωγούς. Τίποτε διαφορετικό δε θα συμβεί. Οι τάσεις θα συνεχιστούν αμείωτες και οι αντιφάσεις θα ενταθούν ακόμη περισσότερο. Ας μην αφήσουμε τους νεοφιλελευθέρους ταλιμπαν είτε εγχώριους είτε της Τροϊκα να διαλύσουν ένα από τα πιο νευραλγικά κομμάτια της παραγωγής στη χώρα μας. Ας προστατεύσουμε το δημόσιο αγαθό της ηλεκτρικής ενέργειας, ας αποτρέψουμε κάθε σχέδιο ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ και να απαιτήσουμε την επανεθνικοποίηση του συνόλου του ενεργειακού τομέα. Πόσα κόστη άραγε θα είχαν αποφευχθεί αν η πολιτική για τις ΑΠΕ επιδοτούνταν εσωτερικά από ένα κρατικό μονοπώλιο, πόσο χαμηλότερα θα ήταν οι τιμές για τα νοικοκυριά αλλά και το βιομηχανικό και αγροτικό τομέα; Με ορόσημο τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ έχει εκκινήσει μια σταδιακή πορεία παραγωγικής αποσυγκρότησης η οποία έχει ενταθεί με την εφαρμογή των μνημονίων. Με την υλοποίηση των σχεδίων τους για την ηλεκτροπαραγωγή θα διέλθουμε το σημείο μη επιστροφής.

 

Να χαλάσουμε τα σχέδια τους με κάθε κόστος.

 

1 Υπό την έννοια ότι οι ροές φορτίου εξαρτώνται από την τοπολογία και τα χαρακτηριστικά του δικτύου μεταφοράς

2 Μέχρι τέλους χρόνου η διοίκηση έχει δεσμευθεί για πάγωμα των τιμολογιών της οικιακής κατανάλωσης