Το «ΟΧΙ» και οι Σκουριές του

Τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;

Φέτος, θα αφήσουμε να μας δώσει την απάντηση η Ιερισσιώτισσα γιαγιά της Χαλκιδικής.

του Κωστή Μασούρα

-Τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;

Στην ερώτηση αυτή, που μας έθεταν κάθε τέλη Οκτώβρη δασκάλες στο δημοτικό κάτω από φωτογραφίες του Μεταξά, τηλεδημοσιογράφοι σε ρεπορτάζ του πεζοδρομίου και απεγνωσμένοι σύντροφοι σε στιγμές νοσταλγίας του άλλου, του κόκκινου Οκτώβρη, προσπαθούμε να απαντήσουμε κάθε χρόνο.

 

-Ελάτε μωρέ να σας πω εγώ. Ελάτε που ’μαι γενιά του ’40…

Φέτος, θα αφήσουμε να μας δώσει την απάντηση η Ιερισσιώτισσα γιαγιά της Χαλκιδικής.
Θα την αφήσουμε να μας πει για την πατρίδα μας μέσα από την ιδιαίτερη δική της πατρίδα, τη Χαλκιδική. Αλλά θα αφήσουμε και τη Χαλκιδική να μας πει για τις γιαγιάδες και τους παππούδες μας.
Γιατί οι αγώνες τιμώνται με αγώνες και οι κάτοικοι της Χαλκιδικής έχουν δικαιωματικά φέτος το λόγο. Αλλά και γιατί, η πρόσφατη ιστορία της Χαλκιδικής προσομοιάζει με τραγικό τρόπο τη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας.


Η Χαλκιδική λοιπόν, θα μας έλεγε η γιαγιά, είναι μία από τις πιο όμορφες γωνιές της χώρας. Τα κλισέ και οι “μισαλλοτοπίες” των σύγχρονων εκπορθητών της περισσότερο συσκοτίζουν, παρά φανερώνουν τον κρυμμένο πλούτο της. Τον πλούτο αυτό μπορεί να ανακαλύψει όποιος περπατήσει στις ανέγγιχτες πλαγιές του Χολομώντα και στο απειλούμενο δάσος των Σκουριών, όποιος κατασκηνώσει στις ελάχιστες πλέον ελεύθερες παραλίες της Σιθωνίας και δει την ανατολή του ήλιου πίσω από το αποκλεισμένο όρος Άθως. Τον πλούτο αυτό γνωρίζουν ήδη και θρηνούν όσοι πρόλαβαν να περιηγηθούν τη Χαλκιδική μέχρι τη δεκαετία του ’70 ή όσοι βρήκαν μόνιμο καταφύγιο στα βουνά της, μετά την περιήγησή τους σε κάθε γωνιά των Βαλκανίων.

Γιατί η Χαλκιδική φέρει ταυτόχρονα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας, τα ίχνη της άγριας επέλασης του κεφαλαίου πάνω στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, στις παραγωγικές σχέσεις και στους ανθρώπους της. Από τον πολεοδομικό κι αισθητικό βιασμό της κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, μέχρι τους εμπρησμούς των δασών και τα φαραωνικής κλίμακας επικείμενα εξορυκτικά έργα στην επιφάνειά της, και από το τσουνάμι του κιτς στις παράκτιες περιοχές της, μέχρι τον οικονομικό στραγγαλισμό της τοπικής οικονομίας και τη σύγχρονη εγκατάλειψή της, η μικρή αυτή φλούδα γης αποτυπώνει με το χαρακτηριστικότερο τρόπο την καταστροφική επίδραση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και “ανάπτυξης” πάνω στη φύση και τον άνθρωπο, σε βαθμό που τείνει να τους καταστήσει, ένθεν κακείθεν, κυριολεκτικά “αγνώριστους”.


Είναι, θα λέγαμε, μία μικρογραφία του ελληνικού οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού, όπου το σύγχρονο δομημένο περιβάλλον στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας του χώρου και των μέσων παραγωγής του, αλλά και αντίστροφα, ως βασικό πεδίο πραγμάτωσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, προβάλλεται με εξαιρετικά αποκρουστικό και παραμορφωτικό τρόπο στο φόντο του απαράμιλλης ομορφιάς φυσικού τοπίου της χώρας και του παραδοσιακού περιεχομένου των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν σε αυτό.


Το κυρίαρχο γαλαζοπράσινο χρώμα της Χαλκιδικής χάθηκε σταδιακά από το γεωγραφικό χάρτη της χώρας. Διατηρούταν όμως, μέχρι πρόσφατα, στον αντίστοιχο πολιτικό χάρτη. Σίγουρο χαρτί για το εκάστοτε αστικό πλέγμα εξουσίας και τους βορειοελλαδίτες εκπροσώπους του, η περιοχή της Χαλκιδικής δε φάνηκε να αποτελεί ευεπίφορο πεδίο κοινωνικοπολιτικών εντάσεων.


Σαν την Ελλάδα του Μεσοπολέμου, που έμοιαζε να συνομιλεί σε διαφορά φάσης με τα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή που η εργατική τάξη επιχειρούσε την κατάληψη των ουρανών εξ εφόδου σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στον απόηχο του κοσμοϊστορικού 1917 της Ρωσίας, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα αναζητούσε τα πρωτοπόρα μέλη των οργανώσεών του σε ξερονήσια και φυλακές.


Μέχρι το 1940, όποτε τον τόπο αυτό κλήθηκαν να υπερασπίσουν αυτοί που φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν στα έγκατά του, ενάντια στον ξένο κατακτητή. Στο πλευρό του ξένου κατακτητή και η πρώην «εθνικόφρων» φρουρά της πατρίδας που φόρεσε τη γερμανική στολή και στράφηκε εκ νέου ενάντια στον αγωνιζόμενο λαό. Η εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ολοκληρώθηκε με την εκκαθάριση του ελληνικού εδάφους από τα ναζιστικά στρατεύματα και τους ντόπιους συνεργάτες τους, προτού ο “εθνικός κορμός” του αστικού κράτους ανανήψει από το δωσιλογικό παρελθόν του και στείλει τους πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα πίσω στα γήινα κολαστήρια και τα εκτελεστικά αποσπάσματα ως “προδότες”. Τη φενάκη του αστικού πατριωτισμού είχε αποκαλύψει αρκετά νωρίτερα ο Άρης Βελουχιώτης στον ιστορικό λόγο του στη Λαμία:

«Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σε όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.
Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και οι πεζούλες μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τις πεζούλες μας εδώ;»

Ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ θα μπορούσε να εκφωνεί το λόγο του κάτω από ένα πανό, σαν αυτό που γράφτηκε 70 σχεδόν χρόνια μετά σε κάποια από τις πολλές λαϊκές εκδηλώσεις αντίστασης των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφική επέλαση του κεφαλαίου:

Χρυσάφι είναι ο τόπος μας, χρυσάφι το νερό μας,
χρυσάφι είναι το βουνό και τ’όμορφο χωριό μας

skouries

Αντί για τανκς, πολυβόλα και ταγματασφαλίτες, οι κάτοικοι της Χαλκιδικής αντιμετώπισαν μπουλντόζες, εξορυκτικά μηχανήματα και το στρατό των ΜΑΤ, φέρνοντας πάλι αντιμέτωπους στο κοινωνικό προσκήνιο τους δύο “πατριωτισμούς”:


Από τη μία ο θεσμικός πατριωτισμός του αστικού κράτους, της κυβέρνησης που μαζί με την ΕΕ και το ΔΝΤ προώθησαν το μεγαλύτερο ξεσπλάχνισμα του τόπου, ξεπουλώντας τα εδάφη και υπεδάφη της Χαλκιδικής και της μισής Ελλάδας έναντι πινακίου φακής στο ελληνικό και ξένο κεφάλαιο.


Και από την άλλη ο πατριωτισμός των υπερασπιστών της γης και της ελευθερίας αυτού του τόπου, «της καλύβας και της πεζούλας» που έλαβε και πάλι κλήση –ως φάρσα της ιστορίας θα έλεγε κανείς- σε απολογία για τα «αντεθνικά» έκτροπα που προκάλεσε.


Το τραγούδι της γιαγιάς, το τραγούδι τον ηττημένων, που ήχησε 7 δεκαετίες μετά σα νικηφόρο άσμα ως άλλο αντάρτικο, αφουγκράστηκαν χιλιάδες -εκατοντάδες χιλιάδες- κόσμου, που ενώθηκαν σε ένα πρωτόγνωρο για τα χρονικά της “γαλαζοπράσινης” Χαλκιδικής κίνημα συμπαράστασης στον αγώνα ενάντια στους σύγχρονους αποικιοκράτες.

Αυτό το κίνημα αποσιωπήθηκε και κατασυκοφαντήθηκε από τα ΜΜΕ, κατονομάστηκε ως “δίκτυο τρομοκρατών», βίωσε την πιο ωμή καταστολή και οδηγήθηκε σε δικαστήρια και κρατητήρια από τους επίσημους “προστάτες του έθνους”, τους πραιτοριανούς του κεφαλαίου.
Κάθε μέτωπο της μάχης έχει και τις συμμαχίες του. Απέναντι στον αγώνα των κατοίκων βρέθηκαν, εκτός των κυβερνητικών δυνάμεων και των ΜΜΕ, και οι πολιτικοί απόγονοι των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι φασίστες της Χρυσής Αυγής. Σε μία έξαψη του “πατριωτισμού” τους πήραν τη φυσική θέση τους στο πλευρό του επιτιθέμενου κεφαλαίου, πίσω από στις μπουλντόζες των πολυεθνικών, τα σύγχρονα πάντσερ της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Την ίδια θέση έλαβε και ο Δήμαρχος Πάχτας που, τιμώντας την παράδοση των Πλυτάδων, πήρε κι αυτός τη θέση που του υπαγόρεψε ο αστικός πατριωτισμός του, ως πολιτικός εκπρόσωπος της El Dorando Gold και της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ.

 

Δεν θα επιχειρήσουμε τον παραλληλισμό του κινήματος συμπαράστασης στον αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής με το ΕΑΜικό κίνημα, ερεθίζοντας, όπως συμβαίνει συχνά, τις φαντασιώσεις της καθ’ημάς Αριστεράς απέναντι στο ανεκπλήρωτο της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Αντικρίζοντας όμως αυτή την υπόμνηση της ιστορικής επανάληψης, τρομάζει η σκέψη πως, ακόμη κι αν η Χαλκιδική απελευθερωθεί από το τον ζυγό των πολυεθνικών και των κυβερνητικών συνεργατών τους, μπορεί κάποτε τα παιδιά και τα εγγόνια μας να τιμούν την απελευθέρωση αυτή μέσα από λίβελους για τις γιαγιάδες της Ιερισσού και δαφνοστεφανώνοντας την προτομή του Πάχτα και του Μιχαλολιάκου.

Ότι δηλαδή επιχειρεί να διαπράξει η επίσημη “εθνική” αφήγηση για την 28η Οκτωβρίου, φτάνοντας στο σημείο να τιμά επί δεκαετίες με επίσημα μνημόσυνα σε πηγάδες και βουνοκορφές τα στρατεύματα κατοχής και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Γιατί οι συνθηκολογήσεις και οι Βάρκιζες δεν επιδρούν στην ιστορία μόνο προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω. Γίνονται καταστροφικές χρονομηχανές, σαν τις μπουλντόζες, όπως θα έλεγε το αληθινό παραμύθι της γιαγιάς, που υποσκάβουν το παρελθόν για να ξεριζώσουν από αυτό κάθε επιβλαβές στοιχείο για τους επικαρπωτές του μέλλοντος.


Οι πολλαπλές εκβάσεις του σύγχρονου κοινωνικού πολέμου θα αποτελέσουν τα ιστοριογραφικά τιμαλφή του μέλλοντος αυτού. Επιχειρώντας μία απάντηση στο αρχικό ερώτημα λοιπόν, η Χαλκιδική μας υπενθυμίζει το μέλλον. Οι αγώνες γράφουν ιστορία, αλλά ταυτόχρονα υπερασπίζονται την ήδη γραμμένη ιστορία με το αίμα των λαών. Η Ιερισσός, η Μεγάλη Παναγιά και οι Σκουριές ξεσκουριάζουν τη συλλογική μνήμη και μας υπογραμμίζουν ότι το «ΟΧΙ» του ‘40 αποτελεί το χρυσάφι της ιστορίας που ανήκει στον αγωνιζόμενο λαό και όχι στους εθνικούς παραχαράκτες της. Αυτό είναι και το πραγματικό χρυσάφι που βρίσκεται βαθιά μέσα στα ελεύθερα χώματα της Χαλκιδικής και στο χώμα κάθε τόπου, πάνω στο οποίο οι κάτοικοί του υπερασπίστηκαν τη ζωή και την αξιοπρέπειά τους.
Και δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.